a14361

Τίτλος:Θεσσαλικά ταξείδια
Thessalic travels
Συγγραφέας:Λ-ς ()
Πηγή:Το Άστυ, 4, 31/01/1896
To Asty, 4, 31/01/1896
Λέξεις Κλειδιά:Ταξίδια και περιηγήσεις, Αρχαιότητες, Travels and tours, Antiquities
Θέματα:Σχετιζόμενοι θεματικοί όροι:
Μοναστήρια, Ορθόδοξα Ανατολικά, Μετέωρα (Μοναστήρια, Ελλάδα), Τουρκοκρατία, 1453-1821 μ.Χ.
Monasteries, Orthodox Eastern, Meteora Monasteries (Greece), Ottoman occupation, 1453-1821 A.D.
Κείμενο:ΜΕΤΕΩΡΑ ΜΕΤΕΩΡΑ, 28 Ιανουαρίου 1896 Κάποιος Αθηναίος ευπατρίδης, επισκεφθείς κατά το παρελθόν έτος τας ασκητικάς των Μετεώρων Μονάς, ηκούσθη μόλις κατήλθεν εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν Καλαμπάκας να λέγη, δεικνύων δια του δακτύλου τας κορυφάς των προ αυτού υψουμένων αποτόμων βράχων, ότι «εάν έζων εκεί πάνω ένα μόνον μήνα, θα εγινόμην ο καλλίτερος ζωγράφος και ο μάλλον εμπνευσμένος ποιητής». Η διαβεβαίωσις αύτη του κατενθουσιασμένου επισκέπτου των Μετεώρων δεν ήτο βεβαίως αποτέλεσμα στιγμιαίου παραφόρου ενθουσιασμού, ούτε προϊόν κακής αντιλήψεως του περιβάλλοντος τας ασκητικάς ταύτας Μονάς φυσικού κάλλους και μεγαλείου, κατά την ταπεινήν μας όμως γνώμην και δεκάδα όλων ετών βίον εάν εθυσίαζεν εκεί επάνω, δεν θα κατώρθωνε ποτέ ούτε μίαν γραμμήν να χαράξη, ούτε ένα στίχον να αραδιάση, αναλογιζόμενος πάντοτε τον κίνδυνον ον διέτρεξε κατά την αναρρίχησίν του επί των απροσίτων εκείνων βράχων και τον άλλον τον φοβερώτερον, ον θα διατρέξη κατά την κάθοδον. Δια τούτο δεν ακούει τις σήμερον τίποτε άλλο εκ στόματος εκείνων οίτινες επεσκέφθησαν τα Μετέωρα ή εκτενείς αφηγήσεις της φυσικής κατασκευής, του τρόπου των αναβάσεων και καταβάσεων και του κινδύνου τον οποίον διέτρεξαν όταν είχον την ευτυχίαν να επισκεφθώσι τας ασκητικάς ταύτας Μονάς. Περιγραφάς άλλας μάλλον ενδιαφερούσας δεν θα ακούσητε παρ’ ουδενός ουδέ θα σας κινηθή η περιέργεια να ζητήσητε τοιαύτας, εφ’ όσον αι κινδυνώδεις αύται περιπέτειαι όλων των επισκεπτών σας εκτυλίσσονται με τα ζωηρότερα και μάλλον ζοφερά χρώματα. Με την φαντασίαν γεμάτην από τοιαύτας εντυπώσεις εκίνησα εκ Καλαμπάκας προς τα Μετέωρα μετά του μικρού 15ετούς φουστανελλοφόρου συνοδού μου. Ξεσκούφωτο με ένα λεπτόν ντουλαμάν και χωρίς κάπαν προηγείτο πάντοτε, το ευλύγιστον αυτό βλαχόπουλο, αψηφούν το παγερόν ψύχος και τας πυκνάς ψεκάδας της χιόνος, ήτις διαρκώς έπιπτεν, αποκρύπτουσα ως ομίχλη τας ολίγον μεμακρυσμένας αποστάσεις. Όλας τας ανωμαλίας του ανωφερούς δρομίσκου, δια του οποίου και μόνου δύναταί τις να διέλθη, τας εγνώριζε, τα στρώματα όμως της χιόνος εις τινα μέρη είνε διάφορα, ώστε πολλάκις ηπατάτο και ερρίπτετο εις κινδυνώδεις καταβόθρας εκ των οποίων τότε μόνον εξήρχετο όταν άφηνε τα τσαρούχια του και ακολούθως έσκαπτε δια των χειρών, και τα ανεκάλυπτεν εις βάθος ενός και πλέον μέτρου. Μετά την κινδυνώδη πεζοπορίαν ή μάλλον παγοδρομίαν μιας και πλέον ώρας, έστημεν παρά την βάσιν της Μονής της Αγίας Τριάδος. Ο μικρός φουστανελλοφόρος μοι υπέδειξε τον τρόπον της αναβάσεως πρώτον δια της πρώτης ξυλίνης κλίμακος της οποίας αι βαθμίδες έφερον λεπτόν στρώμα ολισθηρού κρυστάλλου και ακολούθως δια του στενού δρομίσκου όστις εις μήκος περί τον βράχον δέκα περίπου μέτρων καταλήγει εις μικροσκοπικήν οπήν εις την οποίαν είνε υποχρεωμένος κανείς να χωθή δια να ανεύρη ακολούθως την άλλην κρεμαστήν κλίμακα μέσα εις μίαν σχισμήν του βράχου και δι’ αυτής να αναβή εις την Μονήν. Ηκολούθησα τας συμβουλάς ταύτας χωρίς να γνωρίζω τας συνεπείας μιας τοιαύτης εκδρομής, όταν όμως διέτρεξα το ήμισυ του στενού δρομίσκου περιφρασσομένου δήθεν εν είδει κιγκλιδώματος υπό σεσαθρωμένων σανίδων στηριζομένων επί πασσάλων τους οποίους και η ελαφροτέρα ριπή του ανέμου δύναται να καταρρίψη εδικαιολόγησα την επίμονον άρνησιν του πονηρού Βλαχόπαιδος, όστις όταν τον συνεβούλευα να ανέλθωμεν μαζή, προηγούμενος αυτός ως έπραξεν και εις όλον τον άλλον δρόμον ηρνείτο προσποιούμενος ότι αυτός από κάτω είνε ανάγκη να κραίνη δια να ανοίξουν οι καλόγηροι την θύραν της οπής. Συγκρατών την αναπνοήν μου διέτρεξα και το επίλοιπον του κινδυνώδους δρομίσκου με τα τέσσαρα και έφθασα εις την οπήν εις την οποίαν εχώθην πάραυτα, νομίζων ότι έληξαν πλέον τα βάσανά μου. Ατυχώς ηπατήθην, ούτε καλογήρους ούτε Μονήν είδον εκεί μέσα παρά ένα σκότος βαθύ και όταν έστρεψα προς τα άνω, μίαν κρεμαστήν κλίμακα, της οποίας το τέρμα δεν ηδυνήθην να διακρίνω, καταληφθείς υπό σκοτοδίνης. Επί τέλους έπρεπε να αναίβω εις την Μονήν, αφού και η οπισθοχώρησις ήτο επίσης κινδυνώδης και ήρπασα τας πρώτας βαθμίδας της κλίμακος. Εκινήθη ολόκληρος και παρατεταμένοι ήχοι αντήχησαν μέσα εις την σχισμήν εκ των άνω προς τα κάτω, ένεκα της προσκρούσεως της κλίμακος επί του βράχου. Δεν εμέτρησα τας βαθμίδας τας οποίας ανήλθον καρδιοκτυπών, όταν όμως έφθασα εις την κορυφήν και εκ της προσκρούσεως της κεφαλής μου επί τινος ξύλου, το οποίον δεν είδον, ηναγκάσθην να στρέψω προς τα κάτω, έκλεισα τους οφθαλμούς μου και είπον, ότι εάν υπάρχωσι και άλλα θύματα προσκυνητών, ο ηγούμενος της Μονής Της Αγίας Τριάδος πρέπει να εγγράψη εις τον ειδικόν κατάλογον και νέον τοιούτον. Η θύρα της άνω οπής, ήτις είνε και η θύρα της εισόδου, ήτο κλειστή, τότε δε μόνον ηυδόκησε να έλθη εις τσαρουχοφόρος καλόγηρος να την ανοίξη, όταν ο βλαχόπαις είχεν απαυδήσει πλέον να φωνάζη από κάτω και εγώ κατέβαλον τας τελευταίας μου δυνάμεις να συγκρατηθώ επί της κλίμακος επί τινα ακόμη λεπτά. Ο ηγούμενος της Μονής Δαμιανός Βουλγαρόπουλος, αφού πρώτον μου εξέφρασε την λύπην του δια την επιβράδυνσιν αυτήν της ανοίξεως της θύρας, με ωδήγησεν εις όλα τα διαμερίσματα της Μονής. Σωστό ασκητηρειό με την διαφοράν ότι ο βίος των καλογήρων επί του απροσίτου εκείνου βράχου λέγεται ότι είνε αρκετά ζηλευτός. Οι επισκέπται της Μονής κατ’ έτος μετρούνται εις τα δάκτυλα δια το επικίνδυνον της αναβάσεως και ως εκ τούτου δεν τους ενοχλεί κανείς. Δεν είνε μεν πλουσία ως άλλαι, αι πρόσοδοί της όμως επαρκούσιν εις το να ζώσιν αρκετά καλά οι μοναχοί και να ικανοποιώνται όλαι αι ανάγκαι της Μονής. Ο εκτεταμένος χώρος του βράχου επάνω ένεκα της χιόνος ήτο αδιάβατος, κατά την διαβεβαίωσιν όμως του ηγουμένου κατ’ έτος επ’ αυτού τρέφονται 10 και πλέον πρόβατα ανήκοντα εις την Μονήν και τα οποία πράγματι παρετήρησα κλεισμένα μέσα εις εν μικρό διαμέρισμα. Έσωθεν μικράς θυρίδος του ηγουμενικού κελλίου διεκρίνοντο όλα τα μοναστήρια των Μετεώρων χιονοσκεπή επί της κορυφής μεμονωμένων βράχων. Το θέαμα ήτο αρκετά ωραίον και επιβάλλον, ο επικρατών όμως καιρός αφήρει απ’ αυτά το μαγευτικόν κάλλος, το οποίον εις άλλας περιστάσεις παρουσιάζουσιν. Μετά διαμονήν ενός και μόνου τετάρτου εγκατέλειψα την Μονήν ταύτην, μαρτυρήσας και κατά την κατάβασιν, και έσπευσα εις την Μονήν του Αγίου Στεφάνου, την μάλλον ακίνδυνον χάριν της γεφύρας, ήτις την καθιστά εις πάντα προσιτήν. Είνε η πλουσιωτέρα Μονή των Μετεώρων αλλά και η μάλλον δύσκολος εις τους επισκέπτας της. Αι συχναί ενοχλήσεις τας οποίας υφίσταται ηνάγκασαν τους εν αυτή μοναχούς να ανοίγωσι την θύραν εις εκείνους μόνον, οίτινες πράγματι εξ απλής περιεργείας έρχονται μακρόθεν να την επισκεφθώσι και όχι κατόπιν υστεροβουλίας δια το καλό της κρασί και την πρόθυμον φιλοξενίαν των Μοναχών. Εχρειάσθην ολόκληρον ώραν έως ου κατορθώσω να εισέλθω με όλας τας διαπιστώσεις της ταυτότητός μου και τας διαμαρτυρίας δια την εξαφάνισιν του πίλου μου, τον οποίον αιφνιδίως αφήρπασεν ο άνεμος και κατέρριψεν εις βάθος 500 και πλέον μέτρων εντός χάνδακος μυστηριώδους, ότε όμως έμαθον τα καθέκαστα, όχι μόνον εδικαιολόγησα την συμπεριφοράν αυτήν των μοναχών, αλλά και την σκωπτικήν πονηρίαν του δοκίμου εκείνου καλογήρου, όστις, ότε ανέμενον προ της θύρας, προέβαλλε συχνά την κεφαλήν εκ τινος μικροσκοπικού παραθύρου και με εχαιρέτα μειδιών και προσπαθών τάχα να ενθυμηθή το όνομά μου, ωσάν να ήμεθα παλαιοί γνώριμοι! Όταν η Α. Μ. ο Βασιλεύς επεσκέφθη τα Μετέωρα, η μόνη Μονή, ήτις τω ήρεσεν υπερβολικά και εις την οποίαν παρέμεινεν περισσότερον χρόνον, ήτο η του Αγίου Στεφάνου. Οι ξένοι Ευρωπαίοι εις αυτήν ως επί το πλείστον φιλοξενούνται και διανυκτερεύουσιν εις τους πολυπληθείς αυτής ξενώνας, απαστράπτοντας εκ καθαριότητος και πλουσίους εις όλα τα αναγκαιούντα και δια τον πλέον ιδιότροπον αριστοκράτην. Οι επισκέπται της κατ’ έτος πολλαπλασιάζονται και ο ηγούμενος ηναγκάσθη ν’ αυξήση τον αριθμόν των ξενώνων δια προσθήκης δύο ακόμη νέων, τους οποίους ήδη τεχνίται κατασκευάζουσιν. Η τοποθεσία της είνε μοναδική. Μετά του καθηγουμένου Κωνσταντίνου Γεωργίου περιήλθομεν όλην την Μονήν και ακολούθως ανήλθομεν επί του υψηλοτέρου μέρους του δεσπόζοντος όλης της πεδιάδος των Τρικκάλων και των πέριξ ορεινών τοπίων. Ευρύς ορίζων, χιονοσκεπείς κορυφαί ορέων και εκτεταμένη πεδιάς πάλλευκος εκ της χιόνος εμάγευον το βλέμμα του παρατηρητού. Η αμαξοστοιχία Τρικκάλων – Καλαμπάκας κάτω εις μακρυνήν απόστασιν ανήρχετο διακρινομένη μόλις ως μία μέλαινα επιμήκης σκιά έρπουσα επί του εδάφους. Η Καλαμπάκα ολίγον δεξιόθεν, με όλας τας ανωμαλίας του εδάφους της και τας χιονοσκεπείς στέγας των οικιών της ουδέν προέδιδε το δυνάμενον να πείση τινά ότι ο τόπος αυτός κατοικείται και περιλαμβάνει το αριστούργημα της βυζαντινής τέχνης, τον ιστορικόν ναόν με τον μαρμάρινον θρόνον του Αδριανού. Ο ηγούμενος της Μονής Σωφρόνιος Γεωργίου, γέρων ογδοηκοντούτης και πλέον, είνε ανήρ, τα προοδευτικά και φιλεύσπλαγχνα του οποίου αισθήματα πάντες εξαίρουσι. Εκτός της προθύμου φιλοξενίας ην εις πάντα επισκεπτόμενον την Μονήν παρέχει δεν παύει από του να προσέρχηται αρωγός εις ό,τι πράγματι χρήζει υποστηρίξεως και προστασίας. Η Καλαμπάκα οφείλει το ευπρόσωπον σχολείον της εις την γενναιοδωρίαν του, η δε Μονή την ανθηράν της κατάστασιν και τον εν γένει καλλωπισμόν της εις το δραστήριον και προοδευτικόν του πνεύμα.
Πλήρες Κείμενο:Πλήρες κείμενο: PDF


 Δημιουργία εγγραφής 2007-12-10, τελευταία τροποποίηση 2014-05-19


Πλήρες κείμενο:
Κατέβασμα πλήρες κειμένου
PDF File